διστάζω


διστάζω
[дистазо] р. колебаться, быть в нерешительности,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διστάζω" в других словарях:

  • διστάζω — doubt pres subj act 1st sg διστάζω doubt pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διστάζω — διστάζω, δίστασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διστάζω — (AM διστάζω) δεν αποφασίζω με ευκολία, έχω επιφυλάξεις, ταλαντεύομαι μσν. νεοελλ. δεν αποφασίζω κάτι νεοελλ. φρ. «δεν διστάζει προ ουδενός» είναι αδίστακτος, δεν έχει κανένα ηθικό φραγμό αρχ. (παθ. μτχ.) δισταζόμενος, η, ον αμφίβολος, αβέβαιος.… …   Dictionary of Greek

  • διστάζω — δίστασα, αμφιταλαντεύομαι, δεν τολμώ λόγω αβεβαιότητας: Διστάζω να πάρω μέρος στη σημερινή διαδήλωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διστάζω — [диагаэо]/* приказывать, давать распоряжение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διστάζετε — διστάζω doubt pres imperat act 2nd pl διστάζω doubt pres ind act 2nd pl διστάζω doubt imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διστάζῃ — διστάζω doubt pres subj mp 2nd sg διστάζω doubt pres ind mp 2nd sg διστάζω doubt pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διστάξει — διστάζω doubt aor subj act 3rd sg (epic) διστάζω doubt fut ind mid 2nd sg διστάζω doubt fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διστάσει — διστάζω doubt aor subj act 3rd sg (epic) διστάζω doubt fut ind mid 2nd sg διστάζω doubt fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδισταγμένον — διστάζω doubt perf part mp masc acc sg διστάζω doubt perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)